Μέσα σε διάστημα μόλις τεσσάρων ημερών,
η τοπική επικαιρότητα κατακλύστηκε από ειδήσεις που υπό κανονικές συνθήκες θα
έπρεπε να προκαλούν το μειδίαμα, αν δεν προκαλούσαν την οργή και την θλίψη. Η
εξάρθρωση της εγκληματικής ομάδας που δρούσε στη Λάρισα και η σύλληψη δύο
ανδρών στον Βόλο για την εξαπάτηση ηλικιωμένης στην πόλη μας, ήρθαν να
επιβεβαιώσουν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Η απάτη στη χώρα μας δεν είναι
ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ένα φαινόμενο που έρχεται και φεύγει κατά κύματα, με
περιόδους ύφεσης και περιόδους έξαρσης, αποφέροντας εκατομμύρια ευρώ σε
επιτήδειους και εγκληματικές οργανώσεις.
Αν και στο μυαλό μας έχουμε ταυτίσει το
θύμα με τον ανήμπορο ηλικιωμένο, τα αστυνομικά δελτία αποκαλύπτουν μια πιο
σύνθετη εικόνα, με τα θύματα να εκτείνονται ηλικιακά από τα 20 έως τα 90 έτη.
Αυτό το ευρύ φάσμα αποδεικνύει πως το πρόβλημα δεν είναι γηριατρικό, αλλά βαθιά
κοινωνικό και παιδευτικό. Οι δράστες χρησιμοποιούν προσχήματα που στα αυτιά
ενός ψύχραιμου παρατηρητή ακούγονται τουλάχιστον φαιδρά, όπως η «διαρροή
ρεύματος» που δήθεν θα κάψει τα χαρτονομίσματα αν δεν τυλιχτούν σε
αλουμινόχαρτο και δεν πεταχτούν από το μπαλκόνι. Κι όμως, αυτά τα σενάρια
επιστημονικής φαντασίας βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και πείθουν. Γιατί;
Η απάντηση ίσως κρύβεται λιγότερο στην
αφέλεια και περισσότερο σε μια παγιωμένη ελληνική νοοτροπία. Οι απάτες αυτές,
είτε αφορούν τον «υπάλληλο του ΔΕΔΔΗΕ», είτε τον «λογιστή», είτε τον «γιατρό»,
πατούν πάνω στην κουλτούρα της παραοικονομίας και της αδιαφανούς συναλλαγής που
γαλούχησε γενιές Ελλήνων. Το θύμα πείθεται εύκολα να δώσει χρήματα «μαύρα», σε
σακούλες, χωρίς αποδείξεις και με άκρα μυστικότητα, ακριβώς επειδή έχει
εκπαιδευτεί να πιστεύει πως στην Ελλάδα οι δουλειές γίνονται «κάτω από το
τραπέζι». Η απαίτηση για εχεμύθεια από τους δράστες δεν χτυπάει καμπανάκι
κινδύνου, αλλά αντίθετα, μοιάζει οικεία, θυμίζοντας το κλασικό «φακελάκι» στον
γιατρό για να προηγηθεί το χειρουργείο ή το «λάδωμα» στον υπάλληλο για να
τακτοποιηθεί μια εκκρεμότητα.
Έτσι, η έλλειψη οξυδέρκειας και η
απουσία ουσιαστικής παιδείας μετατρέπονται σε όπλο στα χέρια των κακοποιών.
Όταν ένας πολίτης πιστεύει ότι μπορεί να γλιτώσει από ένα πρόστιμο ή να σώσει
τον συγγενή του από τη φυλακή δωροδοκώντας έναν υποτιθέμενο αστυνομικό ή
γιατρό, ουσιαστικά πέφτει θύμα της ίδιας του της πεποίθησης ότι το σύστημα
λειτουργεί μόνο με πλάγιους τρόπους. Το «γελοίο πρόσχημα» της απάτης πετυχαίνει
επειδή μιμείται την τραγελαφική πραγματικότητα του ρουσφετιού, την οποία έχουμε
μάθει να αποδεχόμαστε σιωπηρά.
Τα περιστατικά των τελευταίων ημερών
στην πόλη μας, με τα τεράστια ποσά που χάθηκαν, δεν είναι απλώς αστυνομικές
υποθέσεις. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην
άγνοια κινδύνου και στην «εξυπνάδα» της παρασκηνιακής λύσης, αδυνατεί να
αντιληφθεί το προφανές, επιτρέποντας στους επιτήδειους να πλουτίζουν εις υγείαν
των κορόιδων.
Ωστόσο, η ευθύνη για την αναχαίτιση
αυτού του φαινομένου βαραίνει όλους μας και η προστασία της περιουσίας και της
αξιοπρέπειάς μας απαιτεί αλλαγή στάσης. Είναι επιτακτική ανάγκη να κατανοήσουμε
και να εμπεδώσουμε στους οικείους μας πως καμία δημόσια υπηρεσία, κανένας
οργανισμός και κανένας κρατικός λειτουργός δεν ζητά χρήματα στο χέρι, σε
σακούλες ή σε ραντεβού στα τυφλά. Πρέπει να γίνουμε καχύποπτοι με κάθε άγνωστο
που ζητά χρήματα τηλεφωνικά, όσο πειστικός κι αν ακούγεται, και να θυμόμαστε
πως η εχεμύθεια που ζητούν είναι η παγίδα και όχι η λύση. Σε κάθε τέτοια κλήση,
η μόνη ασφαλής αντίδραση είναι το άμεσο κλείσιμο του τηλεφώνου και η
επικοινωνία με την Αστυνομία, αλλά και με το συγγενικό πρόσωπο που υποτίθεται
ότι εμπλέκεται. Ας σταματήσουμε να πιστεύουμε στις «εύκολες λύσεις» και στους
σωτήρες της τελευταίας στιγμής, θωρακίζοντας τους εαυτούς μας και τους
ηλικιωμένους μας με γνώση, ψυχραιμία και κυρίως, με την πεποίθηση ότι σε ένα
κράτος δικαίου, οι νόμιμες διαδικασίες δεν απαιτούν ποτέ συνωμοτικές
συναντήσεις και χρήματα πεταμένα από τα μπαλκόνια.
Άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" - ΕΔΩ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου